.

2 Οκτ 2011

Η χρήση των ακτίνων Λέιζερ


Η χρήση των ακτίνων Λέιζερ έφερε πραγματική επανάσταση στη χειρουργική των οφθαλμών, ηαποτελεσματικότητα, η ακρίβεια και η ασφάλεια των οποίων έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να βλέπουν χωρίς γυαλιά ή φακούς επαφής. Σκοπός των επεμβάσεων αυτών είναι η απαλλαγή της άμεσης εξάρτησης από τα γυαλιά οράσεως ή τους φακούς επαφής και η προσφορά καλύτερης ποιότητας όρασης και τρόπου ζωής.
Η εφαρμογή των Λέιζερ στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η αλλαγή της κυρτότητας της πρόσθιας επιφάνειας του οφθαλμού, δηλ. του κερατοειδή, μπορεί να αλλάξει τη διαθλαστική κατάσταση του οφθαλμού. Οι ίδιες επεμβάσεις είχαν ξεκινήσει εδώ και πολλές δεκαετίες, με τους πρωτοπόρους οφθαλμιάτρους, Baraquer στην Ισπανία καιFyodorov στη Ρωσία, χωρίς όμως ικανοποιητικά αποτελέσματα, λόγω των μηχανικών εργαλείων (π.χ.νυστέρια) που χρησιμοποιούσαν με τα οποία δεν μπορούσαν να πετύχουν τη μεγάλη ακρίβεια που απαιτούσαν οι λεπτοί και ευαίσθητοι ιστοί του οφθαλμού.
Την τελευταία 15ετία, το Laser αντικατέστησε τα μηχανικά εργαλεία, και με τη βοήθεια
των ηλεκτρονικών υπολογιστών, παρέχει αποτελέσματα μεγάλης ακριβείας. Το Laser είναι μια μονόχρωμη φωτεινή ακτίνα που χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους στην οφθαλμολογία και γενικότερα στην ιατρική, ανάλογα με το μήκος κύματος αυτού.
Στη μυωπία, την υπερμετρωπία και τον αστιγματισμό, χρησιμοποιούμε κυρίως το ExcimerLaser, με μήκος κύματος 193 nm. Το laser αυτό, όταν πέφτει πάνω στον κερατοειδή, διασπά τα μόρια και τα εκτινάσσει στο χώρο, χωρίς να προκαλεί βλάβες στους γειτονικούς ιστούς . Με κάθε παλμό λέιζερ αφαιρείται μικρή ποσότητα ιστού από τον κερατοειδή. Επιτυγχάνεται, έτσι, ομαλή σμίλευση του κερατοειδή, κανοντάς τον ανάλογα, πιο επίπεδο ή πιο κυρτό, με αποτέλεσμα να αλλάζει η διαθλαστική του δύναμη και οι φωτεινές ακτίνες να εστιάζονται σωστά πάνω στον αμφιβληστροειδή του ματιού και όχι εμπρός ή πίσω από αυτόν. Η αφαίρεση ιστού με το Laser γίνεται με την απίστευτη ακρίβεια του 0.25 μικρά (χιλιοστά του χιλιοστού) ανά βολή, όταν μια πολύ λεπτή τρίχα έχει διάμετρο 50 περίπου μικρά .
Τα Laser τελευταίας γενιάς με τεχνολογία FlyingSpot και διάμετρο βολής μικρότερη του 1 χιλιοστού, προσφέρουν εξαιρετικής ποιότητας σμίλευση του κερατοειδή, ενώ η τεχνολογία EyeTracker, όπου η ακτίνα του Laser "κλειδώνει" και ακολουθεί τις μικροκινήσεις του οφθαλμού, προσδίδει μεγάλη ακρίβεια και ασφάλεια στις βολές.
Με την εξατομικευμένη σμίλευση του κερατοειδούς, επιτυγχάνουμε την καλλίτερη δυνατή όραση ποσοτικά αλλά και ποιοτικά. Στις προεγχειρητικές μετρήσεις, λαμβάνεται υπ΄οψιν όχι μόνο ο βαθμός της μυωπίας, της υπερμετρωπίας ή του αστιγματισμού, αλλά και όλες οι άλλες ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ματιού, όπως οι μικροανωμαλίες του κερατοειδούς, του φακού, το μέγεθος της κόρης. Οι ειδικές αυτές προεγχειρητικές μετρήσεις γίνονται με συσκευές υψηλής τεχνολογίας, που καταγράφουν το "δακτυλικό αποτύπωμα" της συνολικής διάθλασης του ματιού.
Με αυτά και άλλα δεδομένα, τροφοδοτείται ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του laser ο οποίος και ρυθμίζει, εξατομικευμένα πλέον, τη σμίλευση του κερατοειδούς.
Με τα lasers μπορούμε να διορθώσουμε τις περισσότερες περιπτώσεις μυωπίας, υπερμετρωπίας και αστιγματισμού, με την προϋπόθεση ότι σε μεγάλους βαθμούς ο κερατοειδής θα έχει αρκετό πάχος. Γιατί η αφαίρεση περισσότερου ιστού μπορεί να επηρεάσει τη δομική ακεραιότητα και λειτουργικότητα του. Για το λόγο αυτό, προεγχειρητικά γίνεται πάντοτε μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς.
Λόγω του γεγονότος ότι το laser εφαρμόζεται στο εξωτερικό μέρος του οφθαλμού, στον κερατοειδή, η υπόλοιπη δομή του ματιού παραμένει η ίδια όπως ήταν και πριν από την επέμβαση.
Ο πλέον κατάλληλος χρόνος για επέμβαση, εκτός ειδικών περιπτώσεων, είναι μετά το 18ο έτος της ηλικίας και εφόσον η διαθλαστική ανωμαλία έχει παραμείνει σταθερή τουλάχιστον για δύο χρόνια.
Δύο είναι οι κύριες διαθλαστικές επεμβάσεις με laser :
Η PRK(Φωτοδιαθλαστική Κερατεκτομή) και η LASIK (Laser Insitu Κeratomileusis) .
Στη PRK η διαδικασία διαρκεί λίγα λεπτά και γίνεται με τοπική νάρκωση
(σταγόνες ). Το laser πέφτει στην εμπρός επιφάνεια του ματιού (τον κερατοειδή), για λίγα δευτερόλεπτα και αφού προηγουμένως έχει αφαιρεθεί το επιθήλιό του. Αμέσως μετά τοποθετείται προστατευτικός μαλακός φακός επαφής, για 3-5 ημέρες, μέχρι να επουλωθεί η περιοχή.
Στη Lasik έχουμε συνδυασμό laser και μικροχειρουργικής επεμβάσεως.Γίνεται ό,τι και στην προηγούμενη επέμβαση (PRK), με τη διαφορά ότι εδώ το laser δεν γίνεται στην εξωτερική επιφάνεια του κερατοειδή, αλλά κάτω από ένα λεπτό επιφανειακό πέταλο (flap) αυτού, που δημιουργείται με ένα ειδικό μικροχειρουργικό εργαλείο, τον μικροκερατόμο. Στο τέλος, επανοτοποθετείται το πέταλο στη θέση του, καλύπτοντας την επιφάνεια εφαρμογής του Laser, έτσι ώστε ο κερατοειδής να παραμένει εξωτερικά εντελώς ανέπαφος. Και στις δύο περιπτώσεις έχουν προηγηθεί οι απαραίτητες μετρήσεις και εξετάσεις (ακριβής μέτρηση μυωπίας- αστιγματισμού- υπερμετρωπίας, τοπογραφία κερατοειδή, παχυμετρία κερατοειδή, τονομέτρηση, έλεγχος βυθού) και τα δεδομένα των μετρήσεων έχουν τροφοδοτήσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του μηχανήματος, ο οποίος με τη σειρά του ρυθμίζει ανάλογα την εκπομπή του laser.
Κάθε μια από τις δύο μεθόδους έχει τις ενδείξεις της και εναπόκειται στο χειρουργό να αποφασίσει ποια μέθοδο θα εφαρμόσει, έχοντας πάντα ως στόχο το καλλίτερο αποτέλεσμα και τη μεγαλύτερη ασφάλεια για τον ασθενή.
Επιπλοκές, όπως σε κάθε είδους επέμβαση, θεωρητικά υπάρχουν, πρακτικά όμως είναι μηδαμινές και αν συμβούν, συνήθως αντιμετωπίζονται με συμπληρωματικές μικροεπεμβάσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σύμφωνα με μελέτες που έγιναν στις ΗΠΑ και αλλούοι κίνδυνοι από τη χρήση φακών επαφής είναι περισσότεροι και σοβαρότεροι σε σχέση με τα laser. Αν μετά την επέμβαση υπάρξει απόκλιση από το αναμενόμενο αποτέλεσμα, δηλ. υπολειπόμενη μυωπία, αστιγματισμός ή υπερμετρωπία, αν και αυτό συμβαίνει σπάνια, αντιμετωπίζεται με συμπληρωματικό λέιζερ που γίνεται μετά από μερικούς μήνες.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου